Όταν μιλάμε σε ένα μωρό και σε έναν ενήλικα, δεν χρησιμοποποιούμε ούτε τις ίδιες λέξεις, ούτε την ίδια φωνή. Ο τόνος μας αλλάζει, τα λόγια που λέμε είναι διαφορετικά και αυτομάτως υιοθετούμε ένα άλλο μοτίβο ομιλίας αν έχουμε απέναντί μας ένα βρέφος ή ένα παιδί από ότι το αφεντικό ή την πεθερά μας. Ενώ οι περισσότεροι πιστεύουμε πως μιλάμε πιο καθαρά στα παιδιά μας για να τα βοηθήσουμε να ακούσουν καλά και να μάθουν τις νέες λέξεις, η αλήθεια βρίσκεται στην αντίπερα όχθη.
Οι ερευνητές ξεκίνησαν με την καταγραφή της ομιλίας 22 γυναικών από την Ιαπωνία όταν εκείνες μιλούσαν στα μωρά τους σε μια πρώτη φάση και όταν μιλούσαν σε κάποιον από τους επιστήμονες της ομάδας σε μια δεύτερη. Έπειτα από απομόνωση της φωνής τους και λεπτομερή παρατήρηση των ηχογραφημένων συνομιλιών, οι επιστήμονες ανκάλυψαν πως ενώ όταν μιλούν στα μωρά τους μιλάνε πιο αργά και τραγουδιστά, δε μιλάνε καθαρά και με καλή άρθρωση, σε αντίθεση με τις στιγμές που μιλούν σε ενήλικες. Το εύρημα αυτό είναι σημαντικό, καθώς ανατρέπει αυτά που μέχρι τώρα θεωρούνταν δεδομένα, ότι δηλαδή οι μητέρες χρησιμοποιούν την πιο καθαρή και κατανοητή ομιλία τους όταν μιλούν στα παιδιά τους, παρότι κάτι τέτοιο φάνηκε ότι δεν ισχύει. Οι ερευνητές τόνισαν πως κάτι τέτοιο πρέπει να αλλάξει, αφού δε βοηθάει στο μέγιστο ένα μωρό να απομονώνει τις λέξεις και να τις μαθαίνει πιο γρήγορα. Αν όλες οι μητέρες μιλούσαν πιο καθαρά και κατανοητά στα παιδιά τους, μπορεί εκείνα να είχαν απολαύσει από πιο νωρίς τη χαρά του να συλλέγουν λέξεις και φράσεις από τη βρεφική τους ηλικία και να εξελίσσονται καλύτερα και γρηγορότερα. Ας σκεφτούμε, λοιπόν, μήπως η λέξη «κοιλίτσα» ή «πατουσάκια» είναι μεν χαριτωμένη και ωραία για να τη λέμε στο μωρό μας, αλλά πάνω στην παιχνιδιάρικη διάθεσή μας δεν τη λέμε τόσο καθαρά ώστε να την κατακτήσει το μωρό μας!
Φωτογραφία: Shutterstock































