Οι περισσότεροι από εμάς , θυμόμαστε την αγάπη και την τρυφερότητα που εισπράξαμε από τη γιαγιά και τον παππού μας. Πόσες φορές δεν κρυφτήκαμε στην αγκαλιά τους, ζητώντας συμπαράσταση, όταν μας μάλωναν οι γονείς μας, και πόσες φορές δεν λαχταρήσαμε τις στιγμές που μας κακομαθαίνανε, κάνοντάς μας όλα τα χατίρια. Και δεν είναι τυχαίο, γιατί όπως λέει και η περίφημη λαϊκή ρήση «του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου» και δυο φορές και η αγάπη τους.
Κάποτε οι γιαγιάδες και οι παππούδες βρίσκονταν κοντά και ζούσαν με τις οικογένειες των παιδιών τους κι έτσι συμμετείχαν και πιο ενεργά στο μεγάλωμα των εγγονών τους. Σήμερα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Πρώτα απ’ όλα η απόφαση για να κάνει κανείς οικογένεια γίνεται σε μεγαλύτερη ηλικία -τα ποσοστά αυτό καταδεικνύουν- οπότε και οι γιαγιάδες και οι παππούδες είναι πιο μεγάλοι και όχι τόσο ευέλικτοι καθώς έχουν τα δικά τους θέματα, όπως για παράδειγμα προβλήματα υγείας. Επίσης, μπορεί να είναι πιο μορφωμένοι αλλά ο ρόλος τους δεν είναι τόσο ξεκάθαρος και δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν, όσο οι παλιές γενιές, τα παιδιά τους.
Και όμως είναι τόσο σημαντικοί για τα παιδιά! Και τόσο μεγάλη η βοήθεια τους για τους γονείς. Είναι άλλο πράγμα να αφήνεις το παιδί σου σε έναν ξένο άνθρωπο, γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή και πρέπει να πας το πρωί στη δουλειά σου, και άλλο να ξέρεις ότι το αφήνεις με τον πιο κοντινό και έμπιστό σου άνθρωπο, τη μητέρα ή τον πατέρα σου. Είναι μεγάλη χαρά και για τους ίδιους, καθώς τους δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή να ξανανιώσουν, μέσα από τη νιότη των παιδιών.
Ακόμα κι αν τύχει και το ζευγάρι χωρίσει, αυτό είναι κάτι που πρέπει να το έχουν υπόψη τους και να μη στερήσουν από τα παιδιά τους τη μοναδική αυτή σχέση με τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους. Μια σχέση που θα θυμούνται με συγκίνηση όταν μεγαλώσουν και μια σχέση που θα επιθυμούν να έχουν αύριο και τα δικά τους τα παιδιά.































